ΤΣΑΦ !

                Χαίρετε. Ελπίζω να υγιαίνετε, αντίθετα μ’ εμένα που έχω 39 και τραγουδάω το Too Late σαν να μην υπάρχει αύριο. Αφού μ’ έχετε ακολουθήσει στις κακουχίες του προηγούμενου έτους και μένετε πιστοί στις εξελίξεις των νέων μου ιστολογίων, σημαίνει πως είστε αρκετά τίμιοι με τον εαυτό σας. Είστε επαρκώς προετοιμασμένοι για τη μέρα που ξεκινάει κι έχετε θέσει στόχους υψηλούς, με τα αποτελέσματα να είναι πιο ορατά από κάθε άλλη φορά. Μπράβο σας.
                Επειδή υπάρχουν διαφωνίες για το τι είναι σωστό και τι λάθος, θα σας απαντήσω εδώ αμέσως, για να ξέρετε από δω και πέρα τι σας γίνεται και να μη σας κοροϊδεύει ο κόσμος. Σωστό είναι αυτό που δεν είναι λάθος και λάθος είναι αυτό που δεν είναι σωστό. Με βάση αυτή τη χρυσή αλήθεια, θα προσπαθήσω να σας την  περιγράψω καλύτερα με μια απλή ιστορία, για να δείτε πώς τα βλέπω με τα δικά μου μάτια.


                Σήμερα το πρωί ξύπνησα νωρίς με το ξυπνητήρι και πετάχτηκα σχεδόν αμέσως πάνω. Τη συγκεκριμένη ημέρα  δεν υπήρχαν περιθώρια για χουζούρεμα και αναπόφευκτα άλλες δύο ώρες ύπνου. Ντύθηκα με ότι χοντρόρουχο βρήκα στη ντουλάπα και βγήκα έξω από το σπίτι. Η ώρα ήταν 6, και εκείνη την ώρα ανέτειλε ο ήλιος ‘ δηλαδή δεν είχε ανατείλει ακόμα αλλά έφεγγε αρκετά για να βλέπει κανείς, αλλιώς θα μου χαλούσε όλη την αποστολή για την οποία ξύπνησα. Είχε να βρέξει πολλές μέρες και ο τόπος ήταν στεγνός και παγωμένος. Η θερμοκρασία ήταν 5 βαθμοί περίπου. Το κρύο ήταν τσουχτερό και μου μούδιαζε σιγά-σιγά το πρόσωπο, το μόνο ακάλυπτο μέρος του σώματός μου, όμως εγώ ήξερα ότι είχα όλο το χρόνο μπροστά μου για τη δουλειά που είχα εκείνη την ώρα.
                Και τότε κατάλαβα ότι ήμουν σε λάθος μέρος. Όπως περπατούσα, είδα ανθρώπους που περίμεναν στη στάση του λεωφορείου για να πάνε στη δουλειά τους, χορεύοντας για να ζεσταθούν. Μύρισα τη δυσωδία που ανέδιδαν τα παγωμένα σκουπίδια που ξεχείλιζαν από τον παρατημένο μεταλλικό κάδο. Μερικά σημεία του δρόμου γλιστρούσαν, γιατί είχε συσσωρευτεί μια μαύρη ημιδιαφανής παγωμένη γλίτσα. Οι κόρνες των αυτοκινήτων αντηχούσαν άλλες φορές κοντά κι άλλες φορές μακριά, από τους εκνευρισμένους οδηγούς. Και το χειρότερο: οι λιμνούλες πουθενά! Οι λιμνούλες… Έφερα ένα γύρω την πλατεία και ξαναγύρισα σπίτι, έκλεισα την πόρτα και κάθισα κάτω να σκεφτώ. Όχι, δεν έφτιαξα καφέ γιατί δε μου χρειάζεται, ξυπνάω κι από μόνος μου.
                Ήμουν στο λάθος μέρος. Δε λέω ότι οποιοδήποτε μέρος είναι λάθος, γιατί σ’ εμένα μπορεί να μη μ’ αρέσει αλλά σε κάποιον άλλο ναι. Εννοώ ότι το μέρος αυτό είναι λάθος για μένα, και για μένα μόνο. Από ένα σημείο και μετά, άρχισε να είναι ένα βρωμερό, φασαριόζικο, εκνευριστικό, μολυσμένο, ανούσιο, εγωιστικό λάθος. Αλλά δε χάλασε ο κόσμος. Δεν υπάρχει κανείς εκτός από τον Κύριο ημών που να μην έχει κάνει λάθος. Το λάθος είναι λάθος γιατί το αφήνεις να συνεχίζεται. Αν κάποιος είναι άρρωστος και συνεχίζει για μέρες να μην πηγαίνει στο γιατρό δεν είναι λάθος; Όποιου η τηλεόραση δε δουλεύει και ούτε πάει να τη φτιάξει ούτε την πετάει δεν είναι λάθος;

                Εκεί, πάνω στο χαλί που ήμουν καθισμένος και έβλεπα τις κουρτίνες όπως τις ζέσταινε ο ήλιος, έμεινα και σκέφτηκα πολλή ώρα. Σ’ έναν άλλο τόπο, τώρα θα άνοιγα τα μάτια από μόνος μου χωρίς το ξυπνητήρι γιατί ένα αμυδρό φως που θα έμπαινε από τη μπαλκονόπορτα θα με πείραζε. Την προηγούμενη νύχτα είχα κοιμηθεί από τις εννιά και μισή περίπου, γιατί παίζαμε με τους γονείς μου κάτι παιχνίδια μόνο με χαρτί και μολύβι δίπλα στη σόμπα, και νύσταξα. Για μια στιγμή θα σκεφτόμουν να κοιμηθώ μέχρι να ξημερώσει καλά, μα όχι για δεύτερη.
Τώρα θα έβγαινα από το σπίτι και θα πηδούσα μεμιάς και τα πέντε σκαλοπάτια για να βρεθώ στον κήπο. Το κάνω από μικρός και θα μπορούσα να το κάνω για πάντα. Ο μοναδικός λόγος που κάποιος δεν κάνει κάτι δεν είναι επειδή δε μπορεί αλλά γιατί δεν τον αφήνουν. Στον αέρα υπήρχε η μυρωδιά της πορτοκαλιάς και του παγωμένου χώματος. Η θερμοκρασία ήταν σίγουρα κάτω απ’ το μηδέν.

Άκουσα το τραγούδι από εκατοντάδες σπουργίτια που μόλις είχαν ξυπνήσει κι αυτά στη μεγάλη καρυδιά δίπλα από το σπίτι. Τα χόρτα θα ήταν φυλακισμένα για λίγη ώρα ακόμα σε μια κρυσταλλωμένη άχνη. Μια ανοιχτή καφετιά αλεπού, περνούσε απέναντι το μονοπάτι ανάμεσα στα χωράφια, πέρα μακριά, εκεί που η όραση σταματούσε στο πέπλο της νυχτερινής αχλής. Τα μεγάλα δέντρα στέκονταν βουβά και κοιμισμένα ακόμα, στη δεξιά κι αριστερή πλευρά του δρόμου, κρατώντας ακόμα το σκοτάδι κάτω απ’ τις φυλλωσιές τους. Κι εκεί, βρήκα τις λιμνούλες. Είναι λίμνες νερού που η επιφάνειά τους είναι ένα χοντρό στρώμα πάγου, αποκάτω όμως το νερό είναι σε υγρή μορφή. Τέλεια!
Πήγα σε μια μικρή και πάτησα στην άκρη. Ο πάγος κράτησε το βάρος μου και δεν έσπασε. Πάτησα πιο μέσα και τότε ΤΣΑΦ! Ο πάγος έσπασε κι ένα στρογγυλό κομμάτι έπεσε στο νερό που ήταν αποκάτω. Έπιασα με τα χέρια τον πάγο και ξεκόλλησα όσο πιο προσεκτικά μπορούσα ένα μεγάλο τετράγωνο κομμάτι. Η μια του επιφάνεια ήταν εντελώς λεία, αλλά η άλλη είχε παγωμένες ραβδώσεις από νερό, χώμα και μερικά χόρτα. Το κράτησα μπροστά στα μάτια μου σαν τζάμι. Από μέσα του μπορούσα να δω τον κόσμο όπως πραγματικά ήταν.

Τα δέντρα τριγύρω μου στράβωναν σε αφύσικα σχήματα και μορφές, μερικά έφτιαχναν γράμματα κι άλλα ανθρώπους, και σε άλλα ένα τεράστιο φύλλο ξεφύτρωνε από μέσα τους. Τα σύννεφα στον ουρανό φαίνονταν ασπρόμαυρα και τα βουνά στο τέλος του ορίζοντα θολά κι αδύναμα, λες κι ο αέρας μ’ ένα απαλό του φύσημα θα μπορούσε να τα παρασύρει πέρα μακριά, σε άλλες χώρες. Το σπίτι του θείου Νίκου, εγκαταλειμμένο για χρόνια, απ’ όταν ο θείος πέθανε, ήταν κομμένο στη μέση, το πάνω μισό να αιωρείται μαζί με κομμάτια χώματος που ξεκόλλησαν απ’ τη γη, και θεόρατα χόρτα θέριευαν τριγύρω. Από την ερημιά του το σπίτι έφυγε από τον φυσικό κόσμο και πέρασε στον κόσμο του στοιχειού. Τράβηξα γρήγορα τον πάγο απ’ τα μάτια μου αναρριγώντας. Τον πέταξα στον αέρα και με μια μπουνιά μου τον έκανα κομμάτια.

Πάτησα τον υπόλοιπο πάγο της λιμνούλας και τον έσπασα. Αυτός ο ήχος ‘ δε μπορείς να πεις ούτε «τσαφ» ούτε «κρατς», αλλά κάτι ενδιάμεσο. «Κρας» ίσως. Πρέπει να τον ακούσεις για να καταλάβεις πόσο απολαυστικός είναι και πόσο συναρπαστικό κάνει το παιχνίδι του απλά να σπας κομμάτια πάγου πριν ξημερώσει. Άρχισα να κρυώνω και έτσι ξεκίνησα να τρέχω στο μονοπάτι ανάμεσα στους μπαξέδες με τις πορτοκαλιές, πατώντας τις μικρές παγωμένες λιμνούλες όπου τις έβρισκα. Για τις μεγάλες χρειάζεται περισσότερη προσοχή για να μην πέσεις κι ο ίδιος μέσα. Έδωσα μια κλωτσιά σε κάτι παγωμένα χόρτα που νόμιζα ότι θα έσπαγαν μ’ έναν κρυσταλλικό ήχο, αλλά αυτά απλά τίναξαν τον πάγο από πάνω τους σαν αλεύρι.
Συνέχισα να τρέχω στο μικρό δρομάκι ώσπου έφτασα σ’ ένα μεγάλο άνοιγμα. Ήταν ένα χωράφι από καλαμποκιές. Στριμώχτηκα ανάμεσα από τα σύρματα του φράχτη και πέρασα μέσα. Τα καλαμπόκια είχαν μαζευτεί από μήνες πριν κι αυτή την εποχή το μόνο που είχε απομείνει ήταν τα ξερά στελέχη του φυτού, που είχε αφήσει η αλωνιστική μηχανή, με ύψος περίπου μια παλάμη. Ποτέ δεν τα έκαιγαν αυτά, γιατί το χώμα μετά γινόταν άγονο και τα φυτά φύτρωναν λίγα και αδύναμα. Άρπαξα ένα και προσπάθησα να το ξεκολλήσω απ’ τη γη. Ήταν δύσκολο για την ηλικία μου, όμως μετά από αρκετή προσπάθεια το έβγαλα μαζί με τη ρίζα. Το έφερα δύο σβούρες γύρω απ’ τον εαυτό μου, σα σφύρα σε ολυμπιακούς αγώνες, και το πέταξα όσο πιο μακριά μπορούσα μέσα στο χωράφι. Δυο – τρεις κουρούνες στην αντίθετη πλευρά, που δεν τις είχα δει, πέταξαν μακριά τρομαγμένες. Μέτρησα πόσα βήματα απόσταση έριξα τη ρίζα, με μεγάλο στρατιωτικό βηματισμό. Εννιά, δέκα, έντεκα, δώδεκα, δεκατρία, δεκατέσσερα! Μπράβο μου, αυτή ήταν η καλύτερη επίδοση μέχρι σήμερα.

Εκεί δίπλα που έπεσε η ρίζα ήταν μια ρόκα ξεχασμένη. Την πήρα και την τίναξα στο παντελόνι μου να φύγουν τα χώματα, και μετά την κράτησα σαν το πρώτο βραβείο ρίψεως ρίζας. Κοίταξα ξανά τα σύννεφα που περπατούσαν αργά στον ουρανό και τα μάτια μου άρχισαν να δακρύζουν απ’ το κρύο. Τώρα άρχισα να τρέμω ολόκληρος, κι έτρεξα γρήγορα στο σπίτι. Μπήκα μέσα και άφησα το ξεραμένο καλαμπόκι στον πάγκο της κουζίνας, βγάζοντας τα παπούτσια. Ο πατέρας μου καθόταν στο τραπέζι κι έπινε καφέ, ενώ η μητέρα μου μού ετοίμαζε τηγανίτες με γάλα ζεστό. Η σόμπα ήταν ήδη αναμμένη.
«Τι είναι αυτό;» με ρώτησε αυτή.
«Ρόκα, μαμά» απάντησα. «Ήμουν στα χωράφια».
Ο πατέρας μου γέλασε κι άναψε ένα τσιγάρο. Η μητέρα μου την πήρε και την έβαλε στο περβάζι του παραθύρου, κι εγώ κάθισα στο τραπέζι για να μου βάλει μπροστά μου το πρωινό. Έφαγα μια τηγανίτα και ήπια δυο γουλιές γάλα. «Ναι, τώρα είμαι στο σωστό μέρος», σκέφτηκα.


                Αυτό ήταν. Ελπίζω τώρα να καταλάβατε τι είναι σωστό και τι λάθος. Το «τσαφ» ήταν ένα από τα απλούστερα παιχνίδια του χειμώνα, και είμαι περήφανος που το έπαιξα. Περιμένω να το παίξω πάλι. Το μέρος που ήμουν το γράφω σε τουλάχιστον δύο σημείο του κειμένου, όποτε θέλετε μπορείτε να πάτε το χειμώνα για να δείτε αν είναι αλήθεια όσα λέω.  Όσο για το πρώτο μισό της παραπάνω ιστορίας, πρέπει να παραδεχτώ πως είναι υποθετικό. Την παρούσα στιγμή, ποτέ δεν ξυπνάω πριν τις 12 και ποτέ δεν κοιμάμαι πριν τις 2 αν δε δουλεύω το πρωί, οπότε δε μπορώ να ξέρω τι γινόταν έξω. Στη στάση μπορεί να μην περίμενε κανείς χορεύοντας το λεωφορείο. Μπορεί να μην ήταν στοιβαγμένα παγωμένα σκουπίδια έξω από τον κάδο. Γι’ αυτό μπορεί να σκεφτείτε ότι όλη η ιστορία είναι παρωδία και όλα τα συμπεράσματα δεν ισχύουν. Εδώ, με τιμή, θα παραδώσω το δίκιο σ’ εσάς. Δεν έχω τίποτα άλλο να πω σαν επιχείρημα για να αναιρέσω την ψευτιά. Το ότι δεν βγαίνω απ’ το σπίτι και δεν βλέπω αυτά τα πράγματα σημαίνει ότι δεν υπάρχουν.
Άλλη μια επισήμανση που έχω να κάνω είναι  ότι ο τρόπος που έβλεπα τα πράγματα σαν παιδί, με τον τρόπο που τα βλέπω τώρα, μετά από είκοσι χρόνια, είναι ακριβώς ο ίδιος. Και δεν ξέρω και για πόσα χρόνια ακόμα θα συνεχίσω να το κάνω αυτό. Δε με ενοχλεί καθόλου. Δεν έπαθα και τίποτα. Οι υπόλοιποι που γνώρισα μέσα σ’ αυτά τα χρόνια, έχουν αλλάξει χίλιες δυο γνώμες, αρκετές φορές έχουν επιστρέψει σ’ ένα τρόπο σκέψης που παλαιότερα αναθεμάτιζαν και μετά από καιρό τον ακολουθούν και πάλι.
Γι’ αυτούς το «τσαφ» είναι ένα παιχνίδι για παιδιά, ενώ οι ίδιοι και ωρίμασαν και έχουν καρδιά μικρού παιδιού ταυτόχρονα.  Το να πηγαίνεις βόλτα το χειμώνα στα χωράφια και να αγναντεύεις τα βουνά είναι παιδιάστικο, αλλά από την άλλη μεριά το να πληρώνουν αυτοί για χειμερινές διακοπές σε πανδοχείο μες στο δάσος είναι ώριμο ή ακόμα το να επισκέπτεσαι το χωριό τα Χριστούγεννα είναι πάλι ώριμο. Το να είσαι εκεί και να το ζεις δεν είναι.
Λυπάμαι που δεν είμαι σοβαρός και αποφασισμένος για τη ζωή μου. Ντρέπομαι που σκέφτομαι όπως έκανα στα παιδικά μου χρόνια ακόμα και τώρα. Και προσπαθώ να μοιάσω σ’ εσάς τους μεγάλους και ώριμους ανθρώπους. Αλλά όμως αυτά που λέτε, όπως τα λέτε, δε μπορώ να τα καταλάβω. Και γι’ αυτό δε λυπάμαι καθόλου.

Ευχαριστίες : Στην ξαδέρφη Βάνα, που μου επέστησε την προσοχή στο παραπάνω παιχνίδι, πάνω στο ποίο βασίζεται η ιστορία της ανάρτησης.

Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου 2011 στις 7:58 π.μ. , 0 Comments

ΚΑΛΩΣΗΡΘΑΤΕ ΣΤΑ ΡΟΚΚΑ!

Κυριακή, 5 Δεκεμβρίου 2010 στις 8:52 π.μ. , 0 Comments